Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Ο Ψαράς

Ο  γέρο ψαράς
-----------------------
Στου λιμανιού  παράμερα , το φάρο καθισμένος ,
με νοσταλγία τήραγε τις βάρκες μια και μια,
αγάλια να σαλπάρουνε , όσ’ είν’  καιρός πεσμένος ,
στο πέλαγος να ανοιχτούν για μια καλή ψαριά .

Σαν γλαροπούλια’  αλάργευαν στα γαλανά λιβάδια.
Γοργόνες αφροστόλιστες, σχίζανε τα νερά,
τραβούσανε , η κάθε μια , για κείνα τα σημάδια
που’ν  το μεγάλο μυστικό κάθε καλού ψαρά .

Ο γέρος τις εκοίταγε εκεί απ’ το λιμάνι,
και την καρδιά του έκαιγε  ένας βαθύς καημός ,
μακάρι  να γινότανε.  κι αυτός πριν αποθάνει
μαζί τους να μπαρκάριζε σαν τότες πού’ταν νιος .

Το γλυκοσούρουπο  κινά κι έρχεται και κουρνιάζει ,
της θάλασσας απόμαχος  , γερόγλαρος  κι αυτός ,
εκεί στου φάρου τη γωνιά  κι αχόρταγα  κοιτάζει
τις βάρκες που σαλπάρουνε  ,  με ζήλια  ο φτωχός .


Και ως ο ήλιος φλογερός,  αργά γέρνει  στη δύση ,
στα μάτια του γέρο ψαρά δυο δάκρυα καυτά,
κυλούν σιγά , λες κι έτρεξαν απ’ ασημένια βρύση
καθώς στο νου του πέρασαν τα χρόνια τα παλιά .-

.....///.....



Θ.Σ.Μ.-Αθήνα.-14/04/2010



Στα Εγγόνια μου


Ολόδροσα , αθώα  Αγγελούδια,
της δόλιας μου καρδιάς καταχτητές,
της Άνοιξης, εξωτικά  λουλούδια,
το σπίτι μας γιομίσατε χαρές.

Το γέλιο, και τα πρώτα σας λογάκια,
κελάηδισμα γλυκό για τη καρδιά.
Με τα χεράκια στέλνατε  φιλάκια
στο γέρο το παππού και τη γιαγιά .

Μικρά κρινάκια, τότε φοβισμένα,
κυπαρισσάκια τώρα σας θωρώ
και εύχομαι στον Ύψιστο μια μέρα
πανύψηλα πλατάνια να σας δω.

Ο πλάτανος ποτέ του δεν λυγίζει !
Δεν σκιάζεται τον άγριο βοριά
κι ο ίσκιος του σε όλους, ναι, χαρίζει
ξεκούραση, χαρά και σιγουριά !

Τότε, όπου κι αν βρίσκομαι θα νοιώσω,
πως τέλειωσα το χρέος μιας ζωής
και μια ευχή σε όλους σας θα δώσω,
ίδιες χαρές να νοιώσετε κι εσείς.-

                ********

                                  Αθήνα 13/01/2011
                                      Ο Παππού σας


Η μαϊμού

               Η  μαϊμού
   .................................................
Μ’ ένα λουράκι τη κρατούσε ο τσιγγάνος
κι αυτή πηδούσε  από δω και από κει,
Ένα ντουέτο η μαϊμού κι αυτός ο πλάνος ,
στις γειτονιές γυρνούσανε για  το ψωμί .

Έκανε χίλια δυο παιχνίδια η καημένη ,
αστεία ,τούμπες και γκριμάτσες πονηρές ,
μα σαν σταμάταγε για λίγο κουρασμένη
απ’ το τσιγγάνο έτρωγε δυο τρεις ξυλιές ..

Ότι μπορούσε έκανε η κακομοίρα ,
έτσι να βγάλουν δυο δεκάρες για φαΐ .
Αυτή’ ναι , δυστυχώς, τ’ αδύνατου η μοίρα
σαν του κρατά ένας «τσιγγάνος» το λουρί!

Ότι κι αν κέρδιζαν εκείνος το σκορπούσε
τα βράδια στη παλιά ταβέρνα για κρασί !
Η φουκαριάρα η μαϊμού τι κι αν πεινούσε ;
Ποιος τη λογάριαζε αυτήνε τη φτωχή ;


Έτσι συμβαίνει , τι να πω , μη το ξεχνάμε .
Αυτός εκεί που μας κρατάει το λουρί
δεν νοιάζεται καθόλου αν εμείς πεινάμε .
Ξέρει μονάχα να μας βγάζει το ζουμί !

Μα όταν η  φτωχή μαϊμού παραπεινάσει,
δεν ξέρω τι μπορεί αλήθεια να συμβεί ,
μπορεί το χέρι του τσιγγάνου να δαγκάσει .
Κι ας γίνει , ότι είν’ Θεέ  μου , να γενεί !!!

                    ***---***

           Θ.Σ.Μ.-Αθήνα.-26/05/2010