Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Τ ι μ ε κ ο ι τ ά ς ;

Προχθές ένας μ’ ένα μηχανάκι, με κοιτούσε καθώς οδηγούσα και μια στιγμή που ήταν δίπλα μου… μού πέταξε «α, ρε γέρο...»

Η απάντησή μου ακολουθεί...



Τι με κοιτάς ;......
Το ξέρω σε τρομάζουνε τα άσπρα μου μαλλιά,
Τα χρόνια που στη πλάτη μου σηκώνω,
Αλλά μη νοιάζεσαι και πάψε πια να απορείς .
Ότι κι αν έχω κάνει ως τώρα στη ζωή,
Διόλου δεν μετανιώνω

Ότι κι αν έκανα το πίστεψα πως ήτανε σωστό
Και πάντα πρόσεχα κανέναν να μη βλάψω .
Το αν γλεντούσα τη ζωή μου, τι μ’ αυτό ;
Αλήθεια, τίποτα δεν σκέφτομαι απ’ όλ’ αυτά ν’ αλλάξω .

Λεν , σα γεράσεις, καλό είν’ να συμμαζευτείς .
Μα πες μου πότε συ θα πεις πως είσαι γέρος ;
Σαν στο καθρέφτη το άσπρο σου κεφάλι δεις
Ή όταν δίπλα σου περνά, δίχως να σ’ ακουμπά ο έρως ;

Όταν τα εγγονάκια σου φωνάζουνε <Παππού !>;
Ή όταν μέσ’ το τραμ όλοι σου δίνουν θέση ;
Ε ! Όχι ! Τα γεράματα δεν φαίνονται μ’ αυτά
Αλλά στο πόσο η καρδούλα σου αντέχει..

Άκου λοιπόν . Εγώ στο λεω καθαρά,
Άσε τα μάτια σου. Δεν βλέπουν την αλήθεια !
Όσο τρελά στο στήθος η καρδιά σου θα χτυπά,
Τα γηρατειά για σένα θά’ ναι παραμύθια .

Γέρος θα είσαι μονάχα αν το θέλησες εσύ !
Άσε λοιπόν τα χρόνια κι ας περνάνε,
Γλέντα με ξενοιασιά μέχρι την ύστατη στιγμή .
Τα γηρατειά άστα σ’ αυτούς , ζηλεύουνε
Γι’ αυτό και σε κοιτάνε .-

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Μ ο ν α ξ ι ά


Πολλοί την έχουν νοιώσει στη ζωή,
Πολλοί την έχουν τραγουδήσει ,
Άλλος με μια διάθεση πικρή
Κι άλλος, την έχει εξυμνήσει.
---
Σε άλλους είν’ μαρτύριο σωστό
Που τη καρδούλα τους πλακώνει,
Μαζί της δεν περνούν ούτε λεπτό
Λες κι η ζωούλα τους μ’ αυτήν, τελειώνει.
---
Στη νιότη είν’ παρηγοριά τρανή,
Οι προδομένοι τη ζητάνε,
Αυτή τους γαληνεύει τη ψυχή
Κι έτσ’ οι καρδιές, παύουνε να πονάνε.
---
Μα κει που είναι τύραννος φριχτός
Και που συχνά την έχουνε παρέα,
Είν’ τα μαλλιά τα άσπρα, δυστυχώς.
Κι έτσι ξεχνάνε,` η ζωή αν είν’ ωραία.
---
Γι’ αυτό και γω καθώς θωρώ
Χιόνια να’ χουν γεμίσει τα μαλλιά μου ,
Τον Ύψιστο Θεό παρακαλώ,
Τη μοναξιά να την κρατήσει μακριά μου.
---
Η ζήση είν’ ωραία να τη ζεις
Και με παρέες να γλεντάς τις ομορφιές της.
Κι η μοναξιά ας μένει μοναχή,
Με τις μοναχικές , κρύες βραδιές της.-
--- ---

Θ.Σ.Μ.-Αθήνα.-13/12/2009

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Ε Κ Λ Ο Γ Ε Σ

Καλό είν’ αγαπούδα’ μ να κάνουμ’ ικλουγές
για να ξυπνούν τα αίματα, ν’ανοίγειν κι οι δλιές.
Κιρός ήνταν να έχουμι κι κάτι τι κινούργιο,
μια κι η νους κάθι Ρουμιού αυγό έμοιαζει κλούβιου.

Μπαφιάσαμι να βλέπουμι κι’ ακούμι μέχρι χτες
να μας γιουμίζειν του τσιφάλ ούλου για πaλιουδλιές.
Ποιος χώρσι, ποιος τσιράτουσι του ταίρι’ τ του καϊμένου,
ποια φόρισι φαρδύ βρατσί τσι ποιος βρατσί βριμένου .

Πόσοι μας ήρταν απ’ τ’ Τουρκιά κι απ’ του Αφγανιστάν,
χαρμαν’ μιγάλου απ’ αθρώπ, π’ φουνάζιν ουλ’ αμάν .
Ηρταν ιλπίζουντας σι μας μπόλκου ψουμί να βρουν
κι σίγουρα τώρα βλαστμούν «τι τσ’ ίρτι για να ρθουν»;

Μα τι να πω κι για τ’ ΤΙ-VΙ π’ μας φλώμουν’ στ’ σειρά
μ’ ούλις αυτές ρτ’ ξιβράκουτις π’ ξισκώναν κι μουρά ;
Ζαλζώμασταν κι έ ξέραμι άλλου τι να σκιφτούμι,
ούτι για δλιες, ούτι για σπιτ ή άλλου τι να πούμι.

Τώρα όμους μι τσ’ ικλουγές, άξαφνα στα καλά,
ξυπνήσαμι κι αρχίσαμι ούλ’ μας άλλου χαβά.
κι προυσπαθούμι σα τσ’ στραβοί, π’βαστούν μπαστούν, να βρούμι
ποιον νικητή μέσα στη καλπ άραγι θε να βρούμι.

Αρχίσανι ούλ’ ντουν μαζί, σ’ ιφημιρίδις κι ΤI-VI
να μας λαλούν ποιος θαν’ αυτός π’ θα ουδηγίς τσ’ στραβοί.
Ου ένας θα μας δωκ’ παρά κι ου άλλους τόσα άλλα
κι ου τρίτους πως θα μας ταγίζ μι μια χρυσή κουτάλα.

Ούλ ’ντουν αμώνιν πως για μας ακούραστα πασχίζιν,
μα τα συμβόλια αυτά, άμα κι βγουν τα σκίζιν.
Τα λόγια ντουν, όποιος τα πστεψ θα είνι παλαβός.
Εδγιτς τουν θέλιν ουλ ’ντουν να είνι ου Λαός !

Σα πρόβατου, όπ’ του λαλούν, βουβό να πουρπατεί
Κι ύστιρα να τσ’ ευχαρηστεί για ότ’ σκατά πατεί.
Μα τέρμα πια, έ γίνιτει, παράγινι του πράμα !
Ουλ’ μας πρεπ’ να μουνιάσουμι κια κάνουμ’ ένα τάμα.

Η Θιος να δώκ’ κι να φουτστεί η νους ντουν σα λαμπάδα,
να κάτσιν κάτου κι να βρουν τι ’ν έφτου π’ θέλ’ γ’ Ιλλάδα,
κι ας αφίσιν τα πουλλά τα λόγια τα παχιά,
γιατί, να ξέρς πως μι τσ’ πουρδές πουτέ έ βαφς αυγά.

Μι τσ’ ικλουγές θε να φανεί ποιος θα κμαντάρ τουτ ’τν’ ώρα
Τν’ Ιλλάδα, τ’ ψουρουκώστηνα, τ’ καϊμένη μας τη χώρα.
Μ’ αλίμουνου , ότ’ κι να πουν, του ξέρ’ κ’ ένα μουρέλ’,
η παροιμία είν’ σουστή! για τς’ κουλοί απ’ του ίδιου βαρέλ’.


Θ. Σ. Μ. Μήθυμνα, 29/10/2009

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Το απέραντο Γαλάζιο... της Μήθυμνας


Καστροστεφανωμένη, όμορφη, ολάνθιστη, δροσάτη,
νωχελικά αφήνετε στου Ήλιου τα φιλιά,
κι αναριγά ναζιάρικα στης θάλασσας το χάδι
καθώς μες το γαλάζιο της την έχει αγκαλιά.

Ένα γαλάζιο απέραντο, που όσο κρατά το μάτι
απλώνεται ,λες και ζητά να βρει τον ουρανό,
κι ένα γινόνται και τα δυο στου ορίζοντα τα βάθη
αδερφωμένα : ουρανός και θάλασσας νερό.

Ένα γαλάζιο σύνολο που τελειωμό δεν βλέπεις,
γεμάτο απ’ ανθάκια κάτασπρα, των γλάρων τα φτερά,
ένα γαλάζιο, που ξεχνάς ότι καημό κι αν έχεις
και θα ’θελες, γλάρος κι εσύ, μέσα του να πετά.

Αυτό ήταν που μάγεψε το πρώτο μου το βλέμμα,
όταν το πρωτ’ αντίκρισα, νιός τότε, μια φορά,
κι αναρωτήθηκα με μιας: αλήθεια είναι ή ψέμα,
Η Φύση να’φτιασε ποτέ μια τέτοια ομορφιά !!!

Τα χρόνια πέρασαν μα στη ψυχή μου πάντα μένει
αξέχαστη, υπέροχη η πρώτη αυτή ματιά
κι αναγαλλιάζει την καρδιά, κει μέσα πουν’ κλεισμένη
κι ας γέμισαν, αλίμονο, με χιόνια τα μαλλιά.
.
Θ.Σ.Μ. Μήθυμνα 01/05/2009

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Χριστός ανέστη!

.
Χριστός ανέστη! Φωνάζανε όλοι
Και της αγάπης δίναν φιλιά.
Ήταν για όλους μεγάλη σκόλη.
Αλλά περάσαν πια τα παλιά.

Τώρα σαν έρθει το Πάσχα πάλι,
Βρίσκει σε όλα διαφορές,
Στην Οικουμένη λύπη μεγάλη,
Παντού πολέμους και συμφορές.

Βρίσκει το μίσος αντί γι’ αγάπη,
Βρίσκει τα λούλουδα όλα ξερά,
Αντί γι’ αλήθεια βρίσκει απάτη,
Δάκρια βρίσκει αντί χαρά.

Τα βρίσκει όλα ξερά μαραμένα
Τα έθιμα κείνα τ’ αγνά τα παλιά.
Στα χείλη μας βρίσκει νεκρά ,πεθαμένα
Τ’ ανθάκια εκείνα που τα λεν φ ι λ ι ά !

Και να! Τώρα πάλι φωνάζουνε όλοι
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» τη μέρα αυτή .
Είναι για όλους μας μεγάλη σκόλη,
Μα, η κ α ρ δ ι ά μας είναι κ λ ε ι σ τ ή !!!
.
Μυτιλήνη 1944 - Κατοχικό Πάσχα -

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Η κρίση στα μυτιληνιά...


Ουλ’ φουνάζειν γι’ αυτήν’ τ’ κρίση
τσι για του κακό μας χάλ’ ,
ξαφνικά έδγιτς π’ μας ήρτει
σα βουλάδα στου τσιφάλ’.

Λες τσι πρώτα ήνταν ούλα
μεσ’ του γέλιου τσι τ’ χαρά .
μα ξιχάσαμι σα π’ λέμι,
«μι τσ’πουρδές ε! Βαφς αυγά».

Όσα είχαμι ε! Φτάναν.
θέλαμι τσι ποιό πουλλά,
αυτουτσίνητα τσι σπίτια.
Αλλά πούνταν τα λιφτά ;

Έδγιτς δα πλαλήξαμ’ ούλ’ μας
στ’ Τράπιζές μας για δανκά,
τσ’ όσου για να ξουφληθούνι....
έχ’ η Θιός μαθές γι’ αυτά.

Βλεπς οι Τράπιζις φουνάζαν
«έλα πάρι όσα θες».
Τσι πουλλοί άμυαλ’ τα πήραν
για να παν διακουπές.

Εμ’ σαν εχς μθαλά πιτνίσα
κι ότ’ συ πούν ισύ πλαλείς,
ε! Του ξέρς π’ θα νέρτ’ η μέρα
που θα χάγς τσι του βρακίς ;

Έτς λοιπόν μι πάρ’ αβέρτα
τα λιφτά κάναν φτιρά
τσι οι Μπάνκις απουμείναν
φουρτουμένεις μι’ χαρτιά.

Κι ούλ’ αυτοί που τα χρουστούνι
απουρούνι : « Έλα δα ! ,
π’ θα μας πάριτι του σπτέλ’ μας!!
Έλα Ξτε τσι Παναγιά!!!»

Έδγιτς πήρι μπρος η κρίση
τσ’ ε! Του πήραμι χαμπάρ,
πως γηνούκαμι χειρότιρ’
απού μλάρια τσι γαδάρ.

Τ’ κρίς για να ξιφουρτουθούμι,
θέλ’ απουμουνή μιγάλ’,
ως να ξιδιαλείν’ του πράμα
τσ’ έρτ’ η νους μας στου τσιφάλ’.

Άμα σμαζιφτούμι μπάριμ,
Κάτι τις μπουρεί νε γίν’.
Γιατ’ αλλιώς έδγιτς π’ τα βλέπου,
θα φουνάξουμι «γκιανγκίν».

Γι αυτά κ’πμάρη’μ που τραβούμι
ούλ’ μας ως τσι του μουρέλ’ μας,
πρέπ να του παραδιχτούμι:

Τα ’θιλι δα του κουλέλ’ μας.
.
Θ. Σ. Μ. (Αρίων)
(Για μετάφραση απευθυνθείτε διά μέσου των σχολίων)

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Βαρκούλα


Βαρκούλα


Ριγμένη στ' ακρογιάλι πλανεμένη η βαρκούλα

σαν ερείπιο του χρόνου εκκείτετο ως τα χτες

σκελεθρωμένη κομμάτι της ζωής

ξεκλείδι πόνου.

Μα τώρα οι ξυλοκόποι την χαλούνε,

ο γερονάφτης είπε στα παιδιά του

τα κόκκαλα του θέλει να κλειστούνε

στα ξύλα που είχαν κλείσει την καρδιά του.
.
Γιάννης Περγιαλίτης

Τα παράδοξα...


ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ της εποχής μας, είναι ότι έχουμε υψηλότερα κτίρια και πολύ χαμηλές προδιαγραφές. Πλατύτερους δρόμους, αλλά στενότερες αντιλήψεις. Ξοδεύουμε πολλά και έχουμε λίγα. Αγοράζουμε πολύ, αλλά απολαμβάνουμε λίγο.

ΕΧΟΥΜΕ μεγαλύτερα σπίτια και μικρότερες οικογένειες. Περισσότερες ανέσεις, αλλά λιγότερο χρόνο. Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερους λογικούς ανθρώπους. Περισσότερη γνώση, μα λιγότερη κρίση. Έχουμε πολλούς ειδήμονες, αλλά και περισσότερα προβλήματα. Έχουμε πλεόνασμα φαρμάκων, αλλά έλλειμα στην ποιότητα της ζωής μας.

ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΑΜΕ τα υπάρχοντά μας. Και μειώσαμε τις αξίες μας. Μιλάμε πολύ, αγαπάμε σπάνια και μισούμε πιο συχνά. Μάθαμε πως να εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά δεν μάθαμε να ζούμε. Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

ΦΤΑΣΑΜΕ στο φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να διασχύσουμε ένα δρόμο για να συναντήσουμε το γείτονά μας. Κατακτήσαμε το Διάστημα και χάσαμε το δικό μας πλανήτη. Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι και τις προκαταλήψεις μας.

ΕΧΟΥΜΕ υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερες ηθικές αξίες. Ζούμε στην εποχή των υψηλών κερδών και των ρηχών ανθρώπινων σχέσεων. Υπάρχουν περισσότερα τρόφιμα, αλλά και χειρότερη διατροφή. Κτίζουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλύουμε την οικογένεια. Η βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται πλούσια και γεμάτη, η αποθήκη της, όμως, είναι έρημη και άδεια.

ΜΟΝΟ εμεις, όμως, μπορούμε να αποφασίσουμε εάν θα κάνουμε κάτι, πραγματικά, για να αλλάξουμε... τη ζωή μας.