Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Εβδομήντα χρόνια μετά

Ήταν το 1832. Μαύρη χρονιά για το όμορφο νησί μας και τους κατοίκους του. Πρωτίστως για τους κατοίκους της πόλης της Μυτιλήνης. Η πανούκλα ή πανώλη, όπως την αποκαλούσαν τότε οι άνθρωποι,μια θανατηφόρα μεταδοτική αρρώστια,ξεκλήριζε καθημερινά όχι κατά δεκάδες αλλά κατά εκατοντάδες τους κατοίκους του άμοιρου νησιού.Ιδίως τους κατοίκους της πόλης όπου οι συνθήκες διαβίωσης κάτω απ’τον Τούρκικο ζυγό,κάθε άλλο παρά ιδανικές ή έστω υποφερτές ήταν. Οι προσπάθειες των κατοίκων αλλά και αυτές των Τουρκικών αρχών,μια και αυτοί δεν  εξαιρούντο από την πανώλη, να κουβαλήσουν από την Κωνσταντινούπολη Τούρκους γιατρούς,δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Η απελπισία των ανθρώπων είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της και τότε, μετά από ένα όνειρο σημαδιακό που είδε ο τότε ο Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως, έστρεψαν όλες τις ελπίδες τους στο Θεό και σε κάποιο Νεαρό που τριανταεπτά χρόνια πριν ,το 1795, είχαν εκτελέσει οι Τούρκοι,αφού τον βασάνισαν πρώτα φρικτά και οι Χριστιανοί του νησιού πίστευαν ότι είχε αγιάσει. Έτσι.συνγκεντρώθηκαν όλοι σε μια ολονύκτια παράκληση και ικέτεψαν τον Άγιο Θεόδωρο να μεσολαβήση στον Πανάγαθο Θεό να απαλλάξει την Πόλη και το νησί ολάκερο από το θανατικό. Πράγματι από τη βραδιά εκείνη η αρρώστια εξαφανίστηκε και κανένας Χριστιανός ή Τούρκος δεν πέθανε απ’αυτήν ξανά.
Από τότε οι Χριστιανοί, αλλά και οι Τούρκοι της Λέσβου, θεώρησαν ότι  η εξαφάνιση της αρρώστιας απ’τον τόπο ήταν  έργο ή καλύτερα θαύμα του Αγίου Θεοδώρου και έκτοτε τον θεωρούν οι Χριστιανοί και τον θεωρούν μέχρι σήμερα, προστάτη και φύλακα της Μυτιλήνης και της Λέσβου γενικά και για να Τον τιμούν καθιέρωσαν από το  1936, κάθε χρόνο την τ;έταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα , με μεγάλη λαμπρότητα και τη συμμετοχή χιλιάδων κατοίκων του νησιού, να λιτανεύουν τα άγια λείψανα του Αγίου στην πόλη της Μυτιλήνης.

2009. Τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα. Δέκα Μαϊου.Η φύση στο αποκορύφωμα του οργασμού της.Ένας ουρανός καταγάλανος, χωρίς ίχνος έστω και από ένα μικρό συννεφάκι κι ένας ήλιος ολόχρυσος να καθρεφτίζεται φιλάρεσκα πάνω στο καθρέφτη μιας θάλασσας απολύτως ασάλευτης, που έζωνε ολόκληρο το νησί μας,τη Λέσβο μας.Μια Λέσβο ανθοστόλιστη. Μια Λέσβο που και η ποιο απόμερη γωνιά της ήταν γεμάτη λουλούδια που σκορπούσαν παντού ένα γλυκό ελαφρύ άρωμα. Στο λιμάνι τα πλεούμενα κι’αυτά σαν ναρκωμένα απολαμβάνανε τη γλυκιά θαλπωρή του ήλιου και το χαδιάρικο αγκάλιασμα του θαλασσινού νερού.  Τα γλαρόνια κι αυτά,λες και δεν θέλανε να ταράξουν τη γαλήνη της φύσης,δεν κράζανε μον’πετούσαν ανάλαφρα στολίζοντας το απέραντο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας με τα κάτασπρα φτερά τους.
Αυτά στη φύση. Αλλά στη προκυμαία και στην αγορά της πόλης κόσμος πολύς σεργιάνιζε ,καλοφορεμένος και παντού έβλεπες πρόσωπα χαρούμενα, αλλά με μια έκφραση αναμονής σα να περίμεναν κάτι ωραίο να γενεί. Στη κεντρική αγορά,κοντά στο Μητροπολιτικό Ναό ,ένα πλήθος από ζωντανά λουλούδια, παιδάκια των Δημοτικών σχολείων της πόλης,όλα ντυμένα στα άσπρα και μπλε ,περίμεναν κι αυτά γεμίζοντας τον αέρα με τις ξένοιαστες χαρούμενες φωνούλες τους.Απ’ τα  μεγάφωνα της Μητρόπολης ακουγότανε γλυκές ψαλμωδίες ενώ έξω από το ναό ήταν παρατεταγμένος ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτών με τα κράνη και τα όπλα τους καθώς και η στρατιωτική μπάντα.
Ξάφνου άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες του ναού,σημάδι ότι η λειτουργία είχε τελειώσει και άρχιζε η λιτάνευση του Αγίου. Ο ήχος απ’ τις καμπάνες απλώθηκε σ’όλη τη πόλη,στην αγορά ,στην προκυμαία,λες κι ήταν σαν ένα δροσερό αεράκι στη κάψα κάποιου  καλοκαιριάτικου μεσημεριού, που κάνει ανθρώπους και λουλούδια ν’αναριγήσουν. Έτσι και τώρα τα παιδάκια σταμάτησαν τις φωνές κι έτρεξαν να φτιάσουν τις γραμμές τους,οι άνθρωποι παραμέρισαν απ’το δρόμο κι ανέβηκαν στα πεζοδρόμια κι στρατιώτες φέρνοντας τα όπλα επ’ώμου ετοιμάστηκαν να παραστούν τιμητική φρουρά στο Άγιο Λείψανο. Πράγματι άρχισε να παίζει η στρατιωτική μουσική ένα αργό εμβατήριο και στην αρχή του δρόμου φάνηκαν τα εξαπτέρυγα ,έξι ιερείς που έφεραν στους ώμους τους την αργυρή Λάρνακα του Αγίου, περιστοιχιζόμενοι από δύο σειρές ιερέων,της τιμητικής φρουράς των στρατιωτών και ακολουθούσαν  επτά Μητροπολίτες με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά τους,τις κορόνες τους και τις ιερατικές τους ράβδους . Ποιο πίσω  ακολουθούσε πλήθος κόσμου, πλήθος πιστών.
Η πομπή αφού διέσχισε την κεντρική αγορά έφθασε μπρος το παλιό Δημαρχείο όπου σταμάτησε για μια σύντομη δέηση και εν συνεχεία  μπήκε στην ευθεία της προκυμαίας.Εκεί ,κάτω απ’τον λαμπρό ήλιο,η εικόνα της πομπής ήταν κάτι το υπέροχο! Πολύς κόσμος στα δύο πεζοδρόμια παρακολουθούσε με κατάνυξη το πέρασμά της.Πολλοί με φωτογραφικές μηχανές αποθανάτιζαν τη σκηνή,ενώ πολλοί, το έβλεπες φανερά στα πρόσωπά τους,προσεύχονταν ζητώντας την βοήθεια του Αγίου στα προβλήματά τους. Επίσης πολλοί που είχαν παιδάκια στη πομπή τα καμάρωναν και τα μάτια τους έλαμπαν από χαρά,περιφάνεια και συγκίνηση. Μα και τα παιδάκια,ακούγοντας να τα φωνάζουν οι δικοί τους απ’το πλήθος,κορδωνότανε θέλοντας να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους.
Μόνο ένα αγόρι μεγαλούτσικο περπατούσε ανάλαφρο λες και δεν πάταγε στο δρόμο.Άδικα έριχνε κλεφτές ματιές στο πλήθος  σα να ζητούσε να δει κάποιον.Αλλά μάταια. Κανένας απ’τους δικούς του δεν ήταν εκεί όπως παλιά. Ξάφνου η ματιά του έπεσε σε κάποιον ασπρομάλλη κύριο. Του φάνηκε σα γνωστή φυσιογνωμία. Τον κοίταξε με μια ματιά που λες κι ερχόταν απ’το παρελθόν. Κι ο κύριος το κοιτούσε με μάτια γεμάτα δάκρια ενώ ολάκερος έτρεμε από συγκίνηση λες κι έβλεπε όνειρο.Η ματιά του φορτωμένη μ’αναμνήσεις που χάνονταν στο χρόνο,ένα χρόνο περίπου εβδομήντα ετών. Εβδομήντα χρόνων από τότε που κι εκείνος βρισκόταν μαζί με άλλα παιδιά του τετάρτου Δημοτικού σχολείου στη γραμμή αυτής της πομπής .
Η πομπή πέρασε αργά αργά τραβώντας προς το παλιό Λιμεναρχείο. Ένα ένα τα παιδιά των σχολείων πέρασαν καθώς και οι ιερείς με την Αγία Λάρνακα κι οι Δεσποτάδες κι όσοι ακολουθούσαν. Μόνο το αγόρι δεν κουνήθηκε .Ήταν εκεί σαν ακίνητη εικόνα κοιτάζοντας τον ασπρομάλλη κύριο που κι αυτός το κοιτούσε σαν ονειροπαρμένος και σιγά σιγά οι δυο ματιές έγιναν ένα και το αγόρι χάθηκε μες τη ματιά του κυρίου κι έγινε ένα μ’αυτόν.
Κι αυτός  ;   Αυτός με αργά βαριά βήματα, που η μεγάλη συγκίνηση τα έκανε ακόμα ποιο δύσκολα, κίνησε από τη προκυμαία προς το σημείο που είχε παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του, ευχαριστώντας το Θεό και τον Άγιο Θεόδωρο μ’όλη του την καρδιά,που τον αξίωσαν ύστερα από εβδομήντα περίπου χρόνια να ξαναπαρακολουθήσει τη λαμπρή  αυτή τελετή προς τιμήν του ΑΓΙΟΥ ΜΑΣ.



Θ.Σ.Μ. – Μάιος  2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου